Ο ΑΝΕΝΔΟΤΟΣ ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΝ ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΩΝ ΜΟΡΑΙΤΩΝ ΝΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΟΥΝ ΤΟΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΗ

Η ΑΝΔΡΙΤΣΑΙΝΑ ΚΑΙΓΕΤΑΙ ΚΑΙ Η ΣΤΑΧΤΗ ΜΥΡΊΖΕΙ ΠΑΝΤΟΥ
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 17 ΜΑΙΟΥ 1826

Διακόσια χρόνια από την αποφράδα ημέρα. Μία από τις πιο τραγικές στιγμές της ιστορίας του ορεινού οικισμού κατά την Ελληνική Επανάσταση. Η ιστορική πόλη του νομού Ηλείας, η Ανδρίτσαινα, χτισμένη στα υψώματα του Λυκαίου όρους, πυρπολήθηκε και καταστράφηκε ολοσχερώς από τις δυνάμεις του Ιμπραήμ Πασά, τον Μάιο του 1826, όταν
οι φάλαγγες με τους αιμοσταγείς κατακτητές μετέβαλαν τον παραδοσιακό οικισμό σε ερείπια και στάχτες. Εικόνες του Ολοκαυτώματος αποτυπώνουν τα ιερά και κτίσματα να έχουν ισοπεδωθεί, τα δέντρα και τα αμπέλια να έχουν ξεριζωθεί, τα κοπάδια και τις σοδειές να έχουν λεηλατηθεί και το μεγαλύτερο μέρος του άμαχου πληθυσμού της να έχει σφαγιαστεί. Ελάχιστοι από τους αγωνιστές κατάφεραν να διαφύγουν και να σωθούν από την σφαγή βρίσκοντας καταφύγιο στις απόκρημνες σπηλιές και στα απάτητα άγρια φαράγγια του δύσβατου Λυκαίου όρους.

Το Ολοκαύτωμα  του 1826 όπως και οι ανείπωτες καταστροφές του 1770, την περίοδο των Ορλωφικών, αντανακλούν την μακραίωνη ιστορία της και τον ανένδοτο αγώνα των ανυπότακτων κατοίκων της Ανδρίτσαινας να προσκυνήσουν τον κατακτητή.

Θύμησες της εποχής, με έμφαση στις παραμονές της Εθνεγερσίας, ανακαλούν  μια πυκνοκατοικημένη περιοχή σε οικονομική άνθηση. Ένα σπουδαίο εμπορικό κέντρο του Μοριά με βυρσοδεψεία και εργαστήρια υφαντουργίας και παραγωγής μεταξιού, τα οποία συμβάλλουν τα μέγιστα στην οικονομική και πνευματική άνοδο του ορεινού κεφαλοχωρίου. Σε αυτόν τον οικονομικά εύρωστο μικρόκοσμο επαναλειτουργεί η περιώνυμη σχολή της το 1783,  η οποία συνεχίζει να δίνει τα φώτα της σε μαθητές της Ολυμπίας και της ευρύτερης περιοχής του Μοριά, πολλοί από τους οποίους διαδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο στον Εθνικό Αγώνα.

 Η Ανδρίτσαινα, με την έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο, συμμετείχε με μεγάλο αριθμό μαχητών και με άτομα με πλούτο και κύρος. Ανάμεσά τους ο λόγιος Νικολόπουλος, ο Φιλικός και αγωνιστής Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος (1790-1854),  οι οπλαρχηγοί Τζανέτος Χριστόπουλος, οι Ζαριφόπουλοι, οι αγωνιστές αδελφοί Αντωνόπουλοι, οι Κανελλαίοι, και πολλοί άλλοι.

Η μάχη του Αλφειού ήταν «η πρώτη  μεγάλη μάχη στην Πελοπόννησο, τον Μάρτη του 1821. Σε αυτή την μάχη συμμετείχε, μαζί με τους Γορτυνίους μαχητές υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μεγάλο στράτευμα ορεινών Ολυμπίων αγωνιστών με αρχηγούς τους Ανδριτσάνους οπλαρχηγούς Τζανέτο Χριστόπουλο και Νικόλαο Ζαριφόπουλο οι οποίοι κατάφεραν να καταλάβουν τη γέφυρα του ποταμού Αλφειού και να προκαλέσουν σοβαρές απώλειες [500 νεκρούς] στους Τούρκους Φαναρίτες.  Η “Νίκη του Αλφειού”, συνέβαλε τα μέγιστα στην αναζωπύρωση της ελπίδας των υπόδουλων Ελλήνων για εθνική ανεξαρτησία.

Το 1825 ο Μοριάς βιώνει την πρωτοφανή αγριότητα του Αιγύπτιου κατακτητή Ιμπραήμ, ο οποίος για να κάμψει τους “ανυπότακτους Έλληνες” καίει ότι έχει απομείνει στο Μοριά. Μετά την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου [10 Απριλίου 1826] και την υποταγή σχεδόν ολόκληρου του Μοριά, ο Αιγύπτιος στρατηλάτης εξαπολύει νέες ισχυρές επιθέσεις στην Πελοπόννησο επιχειρώντας, τον Απρίλιο του 1826,  να ολοκληρώσει την υποταγή της.

 Η ηρωική Ανδρίτσαινα δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει τον Μάιο του 1826 τις αιγυπτιακές ορδές, ορθώθηκε όμως αποφασιστικά απέναντι στους Τουρκο-Αιγύπτιους, αψηφώντας τους κινδύνους και επιστρατεύοντας την αρχέγονη λατρεία της φυλής στην ελευθερία και στην ανεξαρτησία. Το ιστορικό επίσημο φιρμάνι του Κεχαγιάμπεη, που εστάλη στους Ανδριτσάνους με εντολή του Ιμπραήμ, τους καλούσε να υποταχθούν, να προσκυνήσουν.Ωστόσο, αυτό το τελεσίγραφο δεν κλόνισε την ευψυχία των σχεδόν άοπλων, αλλά μέχρις αυτοθυσίας αποφασισμένων Ανδριτσάνων να «αποθάνουν ελεύθεροι Έλληνες».

σπουδαία συμβολή της στον αγώνα για την αποτίναξη τεσσάρων αιώνων σκλαβιάς.

Πότε: Η καταστροφή έλαβε χώρα τον Μάιο του 1826.
Ποιος: Υπεύθυνος ήταν ο Αιγύπτιος κατακτητής Ιμπραήμ, ο οποίος, έχοντας υποτάξει το μεγαλύτερο μέρος της Πελοποννήσου (εκτός από τη Μάνη και τα ορεινά), επιδόθηκε σε μια πολιτική «καμένης γης» για να κάμψει την αντίσταση των Ελλήνων.
Τι συνέβη: Τα στρατεύματα του Ιμπραήμ μπήκαν στην Ανδρίτσαινα και την πυρπόλησαν, προκαλώντας τεράστιες καταστροφές στην ιστορική κωμόπολη της Ηλείας.
Συνέπειες: Η πυρπόληση αυτή οδήγησε σε ολοκαύτωμα, καταστρέφοντας σπίτια και υποδομές, ενώ η πόλη, που είχε αναπτυχθεί σημαντικά, υπέστη βαρύ πλήγμα κατά τη διάρκεια του αγώνα. [1, 2, 3]

Σύνδεση με το Μεσολογγί
Η καταστροφή της Ανδρίτσαινας τον Μάιο του 1826 συνέβη λίγο μετά την ηρωική Έξοδο του Μεσολογγίου (10 Απριλίου 1826), σε μια περίοδο που ο Ιμπραήμ είχε εξαπολύσει σφοδρές επιθέσεις στην Πελοπόννησο. [1]
Παρά την καταστροφή, η Ανδρίτσαινα κατάφερε να ανακάμ
Το 1825 ο Μοριάς βιώνει την πρωτοφανή αγριότητα του Αιγύπτιου κατακτητή Ιμπραήμ. Ο Αιγύπτιος στρατηλάτης, μετά το «το μέγα εις το Μεσολόγγι κατόρθωμά του και έχοντας υποτάξει ολόκληρο τον Μοριά πλην του Ναυπλίου, των ορέων και της Μάνης», επανήλθε στην εύπορη χερσόνησο τον Απρίλιο του 1826 επιχειρώντας με καταστρεπτικές επιθέσεις να ολοκληρώσει την υποταγή της, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Διονύσιος Κόκκινος στην Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος. Η ηρωική Ανδρίτσαινα δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει τον Μάιο του 1826 τις αιγυπτιακές ορδές, ορθώθηκε όμως αποφασιστικά απέναντι στους Τουρκο-Αιγύπτιους, αψηφώντας τους κινδύνους και επιστρατεύοντας την αρχέγονη λατρεία της φυλής στην ελευθερία και στην ανεξαρτησία. Το ιστορικό επίσημο φιρμάνι του Κεχαγιάμπεη, που εστάλη στους Ανδριτσάνους με εντολή του πασά της Πελοποννήσου Ιμπραήμ, τους καλούσε να υποταχθούν, να προσκυνήσουν.Το τελεσίγραφο δεν κλόνισε την ευψυχία των σχεδόν άοπλων, αλλά μέχρις αυτοθυσίας αποφασισμένων Ανδριτσάνων να «αποθάνουν ελεύθεροι Έλληνες».

σπουδαία συμβολή της στον αγώνα για την αποτίναξη τεσσάρων αιώνων σκλαβιάς.

ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ 17 ΜΑΙΟΥ 1826 Η ΑΝΔΡΙΤΣΑΙΝΑ ΚΑΙΓΕΤΑΙ ΚΑΙ ΣΤΆΧΤΗ ΜΥΡΊΖΕΙ ΠΑΝΤΟΥ
 
Διακόσια ένα χρόνια από τον εθνικό ξεσηκωμό του 1821. Η ιστορική Ανδρίτσαινα, μικρή πόλη του νομού Ηλείας σήμερα, λαξευμένη στις απόκρημνες πλαγιές του Λυκαίου όρους, εκεί όπου γενναίοι αγωνιστές και ένθερμοι φιλέλληνες έχουν αφήσει τα ιερά ίχνη τους, θυμίζει παλιά αρχόντισσα που στέκει ψηλά, στο γραφικό λημέρι της, στα 760 μέτρα υψόμετρο, αήττητη και περήφανη για τη σπουδαία συμβολή της στον αγώνα για την αποτίναξη τεσσάρων αιώνων σκλαβιάς.     

Κατά τη μακρά περίοδο της Τουρκοκρατίας οι Ανδριτσάνοι αρνούνταν να αναγνωρίσουν την οθωμανική κυριαρχία και συχνά οργάνωναν επαναστατικά κινήματα για την κατάλυσή της. Πολυάριθμοι πατριώτες ενέπνεαν, εξόπλιζαν και τροφοδοτούσαν ικανούς αγωνιστές που είχαν τα λημέρια τους στα ορεινά της Ολυμπίας και ήταν αποφασισμένοι να ζήσουν ελεύθεροι ή να πεθάνουν. Το 1727 προεστοί της Πελοποννήσου, με επικεφαλής τον Ανδριτσάνο Αναστάση Χρήστου, είχαν ζητήσει επίσημα τη βοήθεια της Ρωσίας για τον ελληνικό ξεσηκωμό. Ωστόσο, το κίνημα της ανεξαρτησίας γιγαντώθηκε αργότερα, στα 1768-1770, όταν επαναστατημένοι Ανδριτσάνοι και ορεινοί αγωνιστές της επαρχίας Φαναρίου, με αρχηγό τον τον επιφανή Αναστάση Χρήστου και τη συνδρομή 3.000 ρωσικών όπλων, εξεγέρθηκαν κατά των Τούρκων κατακτητών και κατάφεραν να ελευθερώσουν την περιοχή από τον Τουρκικό ζυγό.

Ο επιτυχής αγώνας γιγάντωσε τη θέληση των ανυπότακτων Μοραϊτών για ελεύθερία, αλλά η εξέγερσή τους τον Φεβρουάριο του 1770 στάθηκε ατυχής. Το επικουρικό ορλωφικό στράτευμα και οι ανεπαρκώς εφοδιασμένοι Έλληνες του Μοριά δεν κατόρθωσαν να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις καταστροφικές ορδές των βάρβαρων Τουρκαλβανών. Η προνομιούχος περιοχή της Πελοποννήσου ερημώθηκε. Η γραφική Ανδρίτσαινα, σημαντική πόλη τότε της επαρχίας Φαναρίου, αδυνατώντας να αντισταθεί, κάηκε ολοσχερώς. Η φημισμένη σχολή της, ιδρυθείσα προ του 1750, πυρπολήθηκε. Σύμφωνα με το Νέον Μαρτυρολόγιον του 1799, οι περιουσίες των Ανδριτσάνων λεηλατήθηκαν, ο Αναστάσης Χρήστου, ένας από τους πρώτους της ξεχωριστής ” μαγιάς” των Ελλήνων αγωνιστών, σουβλίστηκε δημόσια στην Ανδρίτσαινα και οι κάτοικοί της σφαγιάστηκαν, αιχμαλωτίστηκαν ή πουλήθηκαν.

Όμως, η Ανδρίτσαινα κατάφερε να αναγεννηθεί από τις στάχτες του 1770 και να συνεχίσει την ιστορική της πορεία. Στις παραμονές της Εθνεγερσίας γνώρισε μεγάλη οικονομική άνοδο και ήταν πυκνοκατοικημένη. Είχε, κατά το Βρετανό περιηγητή Ουίλιαμ Μάρτιν Ληκ, «500 άριστες οικοδομές, όλοι Χριστιανοί». Υπήρξε ακόμη σημαντικό οικονομικό κέντρο, με εργαστήρια βυρσοδεψίας και υφαντουργίας, εμπόριο και εξαγωγή μετάξης, καθώς και πολλές πλούσιες φυτείες. Την ίδια εποχή η πόλη υπήρξε και σημαντική πνευματική εστία. Η περιώνυμη  σχολή της άνοιξε πάλι, όπως αναφέρεται σε χειρόγραφο του 1783 [“Χριστόφορος εν Ιεροδιακόνοις ελάχιστος Πελοποννήσιος και εκ της χώρας ονόματι Ανδριτσαίνης […], 1783, Απριλίου α’, ήνοιξα το σχολείον εις την Ανδρίτσαιναν”]. Η σχολή απέκτησε εκ νέου τον ίδιο φωτοβόλο χαρακτήρα, μορφώνοντας σημαντικό αριθμό μαθητών, ορισμένοι από τους οποίους διαδραμάτισαν πρωτεύοντα ρόλο στον Εθνικό Αγώνα. Αυτή η πλούσια Ανδρίτσαινα, ή η «Χώρα» όπως την αποκαλούσαν, όσο και αν φαίνεται σήμερα δύσκολο να το φανταστούμε, έλαμπε φωτίζοντας μια τεράστια περιοχή γύρω από την πόλη, πάντοτε έτοιμη για δράση κατά των Τούρκων κατακτητών.

Η ιστορική πόλη διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο κατά την Επανάσταση. Η μάχη του Αλφειού ήταν «η πρώτη  μεγάλη μάχη στην Πελοπόννησο που εδόθη απέναντι ικανής πολεμικής δυνάμεως», όπως γράφει στα Απομνημονεύματά του ο Φωτάκος, πρώτος υπασπιστής του Κολοκοτρώνη [Ολυμπιακά Χρονικά, τόμος Α΄, 1970). Στη μάχη του Αλφειού, τον Μάρτη του 1821, συμμετείχε, μαζί με τους Γορτυνίους μαχητές υπό τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, μεγάλο στράτευμα ορεινών Ολυμπίων αγωνιστών με αρχηγούς τους Ανδριτσάνους οπλαρχηγούς Τζανέτο Χριστόπουλο και Νικόλαο Ζαριφόπουλο. Οι γενναία αγωνιζόμενοι Μοραϊτες, πολεμώντας “ως αληθινοί λέοντες”, κατάφεραν να καταλάβουν τη γέφυρα του ποταμού Αλφειού κοντά στην Ανδρίτσαινα και να προκαλέσουν σοβαρές απώλειες [500 νεκρούς] στους ανύποπτους φανατικούς Τούρκους Φαναρίτες που κατευθύνονταν προς την Τριπολιτσά. Το κατόρθωμα αυτό των Ολυμπίων και Γορτυνίων αγωνιστών, η περιώνυμη “Νίκη του Αλφειού”, συνέβαλε τα μέγιστα στην αναζωπύρωση της ελπίδας των υπόδουλων Ελλήνων για εθνική απελευθέρωση.

Η έκρηξη της Επανάστασης στην Πελοπόννησο ξεκίνησε με πολλές ελπίδες. Η Ανδρίτσαινα πρωταγωνίστησε με μεγάλο αριθμό μαχητών, με Φιλικούς, προεστούς και άλλα σημαντικά πρόσωπα, που διέθεταν πλούτο και κύρος και απέλαυαν της εμπιστοσύνης των συμπατριωτών τους. Ο λόγιος Νικολόπουλος, ο Φιλικός και αγωνιστής Παναγιώτης Αναγνωστόπουλος (1790-1854)- ο άνθρωπος που συνόδευσε τον Δημήτριο Υψηλάντη στην Ελλάδα-, οι οπλαρχηγοί Τζανέτος Χριστόπουλος και οι Ζαριφόπουλοι, οι αγωνιστές αδελφοί Αντωνόπουλοι και οι Κανελλαίοι, είναι λίγοι μόνο ανάμεσα σε όλους εκείνους που έχουν κερδίσει περίοπτη θέση στο πάνθεον των ηρώων της Επανάστασης αγωνιζόμενοι για την ελευθερία της πατρίδας μας.

Το 1825 ο Μοριάς βιώνει την πρωτοφανή αγριότητα του Αιγύπτιου κατακτητή Ιμπραήμ. Ο Αιγύπτιος στρατηλάτης, μετά το «το μέγα εις το Μεσολόγγι κατόρθωμά του και έχοντας υποτάξει ολόκληρο τον Μοριά πλην του Ναυπλίου, των ορέων και της Μάνης», επανήλθε στην εύπορη χερσόνησο τον Απρίλιο του 1826 επιχειρώντας με καταστρεπτικές επιθέσεις να ολοκληρώσει την υποταγή της, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά ο Διονύσιος Κόκκινος στην Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος. Η ηρωική Ανδρίτσαινα δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει τον Μάιο του 1826 τις αιγυπτιακές ορδές, ορθώθηκε όμως αποφασιστικά απέναντι στους Τουρκο-Αιγύπτιους, αψηφώντας τους κινδύνους και επιστρατεύοντας την αρχέγονη λατρεία της φυλής στην ελευθερία και στην ανεξαρτησία. Το ιστορικό επίσημο φιρμάνι του Κεχαγιάμπεη, που εστάλη στους Ανδριτσάνους με εντολή του πασά της Πελοποννήσου Ιμπραήμ, τους καλούσε να υποταχθούν, να προσκυνήσουν.Το τελεσίγραφο δεν κλόνισε την ευψυχία των σχεδόν άοπλων, αλλά μέχρις αυτοθυσίας αποφασισμένων Ανδριτσάνων να «αποθάνουν ελεύθεροι Έλληνες». Φάλαγγες από αμείλικτους καταστροφείς μετέβαλαν σύντομα την πόλη σε ερείπια και στάχτες. Ιερά και κτίσματα ισοπεδώθηκαν, δέντρα και αμπέλια ξεριζώθηκαν, κοπάδια και σοδιές λεηλατήθηκαν, άνδρες, γυναικόπαιδα και ηλικιωμένοι κατακρεουργήθηκαν. Όσοι διέφυγαν τρύπωσαν σε απόκρημνες σπηλιές και απάτητα άγρια φαράγγια του Λυκαίου για να σωθούν. Αλαλάζοντας κατά την αποχώρησή τους, οι βάρβαροι πανηγύριζαν για την αποφορά που ανέδιδε η καμένη γη.

Η ανείπωτη καταστροφή της αρχοντικής πόλης στις 17 Μαϊου του 1826, μαζί με την ολοσχερή πανωλεθρία των Οθωμανών στον Αλφειό και τον αφανισμό του Φαναρίου, της πιο γνωστής τουρκόπολης του Μοριά, έγραψε την ενδοξότερη σελίδα στην αιματοβαμμένη βίβλο της ιστορίας της Ανδρίτσαινας, φωτεινή ψηφίδα στον ελληνικό Αγώνα της Ανεξαρτησίας. Λάμπρυνε με το ελεγειακό φως της τον ιερό αγώνα των Ελλήνων για ελευθερία, αναδεικνύοντας εκείνο το αρχέγονο πάθος που θα εξακολουθούμε να επιδεικνύουμε όσο θα λέμε, μαζί με τον Γέρο του Μοριά [ποιητική αδεία Σπύρου Μελά], “εγώ, η φαμίλια μου, τα άρματά μου, το αίμα μου, ότι έχω, είναι για την Ελλάδα”.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΘΕΑΝΩ ΒΛΑΣΟΠΟΥΛΟΥ

Leave a comment

search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close