200-ΕΝΑ ΜΟΥΣΕΙΟ ΛΑΔΙΟΥ ΖΩΝΤΑΝΕΥΕΙ ΘΥΜΗΣΕΣ ΤΟΥ ΧΘΕΣ—ΝΑΙ

Ανεβαίνοντας αργά το λιθόστρωτο καντούνι, καθώς αναζητώ το Μουσείο της Ελιάς στην παλιά πόλη της Πάργας στην Ήπειρο, νιώθω το άρωμα του κίτρου και του λεμονιού ολόγυρα να με αφυπνίζει, να με προκαλεί να παρατηρήσω γύρω μου. Μέσα από τα πολύχρωμα, επτανησιακής αρχιτεκτονικής διώροφα στα δεξιά και αριστερά του δρόμου, μέσα από τις καμάρες και τα χαμηλά πετρόχτιστα σπιτάκια με τις λουλουδιασμένες αυλές, τις πέτρινες σκάλες και τις αψιδωτές πόρτες, περνά εμπρός μου ολόκληρη η ιστορία της Πάργας, της παραθαλάσσιας αυτής κωμόπολης της Πρέβεζας.

Ψηλά, στα δεξιά του ανηφορικού στενού, ξεχωρίζει μια επιβλητική, παλιά, διώροφη πέτρινη κατασκευή. Φτάνοντας εκεί, αντικρίζω το πρώτο μηχανοκίνητο λιοτρίβι της Πάργας, που κατασκευάστηκε το 1929 με την αγάπη και το μεράκι των αδελφών Λέκκα. Η επιχείρησή τους λειτούργησε επιτυχώς μέχρι το 1975, ωστόσο για αρκετά χρόνια, μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα, παρέμενε μια ερειπωμένη βιομηχανική εγκατάσταση, ένα άψυχο κουφάρι στο κέντρο της πόλης. Το 2009 οι νέοι κάτοχοι του ακινήτου μετέτρεψαν το λιοτρίβι, ένα κτίσμα μοναδικής αρχιτεκτονικής αξίας, σε έναν σύγχρονο, ελκυστικό εκθεσιακό χώρο, σε έναν τόπο μνήμης, με γνώμονα τη διάσωση και την αξιοποίηση του μοναδικού παλιού ελαιουργείου της Πάργας και του αξιόλογου εξοπλισμού του, ο οποίος αποτελεί σήμερα μέρος των εκθεμάτων του μουσείου.

Ο Ηλίας Λιάκρης, ιδιοκτήτης του μουσείου από το 2009, γράφει χαρακτηριστικά: «Δημιουργήθηκε με στόχο να ζωντανέψει η αίγλη περασμένων εποχών, αναστηλώθηκαν οι παλιές εγκαταστάσεις και δημιουργήθηκε ο μουσειακός χώρος, που πήρε το όνομά του από την αρχαία ονομασία της Πάργας, Παραγαία, η οποία προέρχεται πιθανότατα από τη σλαβική λέξη ‘parg’’, που σημαίνει λιμάνι. Από παραφθορά αυτού λέγεται ότι προήλθε και η σημερινή ονομασία της Πάργας, που κατά την αρχαιότητα αποτελούσε το λιμάνι της Ηπείρου με την ονομασία Ελαία».

Στέκομαι με θαυμασμό μπροστά στην τοξωτή δίφυλλη αυλόπορτα, που λάμπει, βαμμένη σε μια έντονη απόχρωση φλοιού πορτοκαλιού, ακτινοβολώντας τη διακοσμητική διάθεση της τοπικής αρχιτεκτονικής. Η πόρτα ανοίγει προς μια περίκλειστη στενόμακρη βοτσαλωτή αυλή. Εκεί, την προσοχή μου αποσπά το πηγάδι δίπλα σε μια γούρνα και μια βρύση για τον καθαρισμό των φίλτρων και των πήλινων δοχείων λαδιού, ένα μονόσπιτο, πλάι στην είσοδο του κυρίως κτιρίου, για την αποθήκευση του ελαιοκάρπου και του λαδιού, και μια δίπατη μικρή πέτρινη κεραμοσκεπής κατοικία, στην άλλη άκρη της αυλής, με μια στενή, λιθόκτιστη εξωτερική σκάλα. Όπως μου εξηγούν, φιλοξενεί δεκάδες σακιά με ελαιόκαρπο στο κατώι, καθώς και κοιτώνες στον όροφο, για εκείνες τις κυρίες, τις αργατίνες, που δούλευαν στις ελιές από τον Νοέμβρη μέχρι τον Μάη, μακριά από τα σπίτια τους. Το σύνολο της αυλής, μαζί με το κέλυφος του ελαιοτριβείου χρωματίζουν όχι μόνο τον περιβάλλοντα χώρο, αλλά και τον παραδοσιακό οικισμό της Πάργας.

Κατευθύνομαι από την αυλή στην καμαρωτή θύρα που οδηγεί στο μουσείο, όπου ο καλοδιατηρημένος, γαλήνιος χώρος αποτελεί μια μεγάλη έκπληξη για κάθε επισκέπτη. Αφήνω το βλέμμα μου να πλανηθεί ολόγυρα ψηλαφίζοντας τις σταχτί χοντρολαξεμένες πέτρες των τοιχίων, τα όμορφα σμιλεμένα λευκά αγκωνάρια στις γωνίες των ξύλινων κουφωμάτων, την ξύλινη λουστραρισμένη εσωτερική σκάλα, το όμορφο πατάρι με την πανοραμική θέαστο μηχανοκίνητο λιοτρίβι!

Μια ανεξάντλητη «σκηνή» εργοστασίου ο χώρος, με τη δεξαμενή νερού να
βρίσκεται πίσω από το γραφείο του ιδιοκτήτη, που παραλάμβανε τον καρπό
μετά τη συγκομιδή και ζύγιζε τα σακιά με τις ελιές, και σε περίοπτη
θέση, στο κέντρο της μεγάλης επιφάνειας, ο μύλος με τις τεράστιες
μυλόπετρες για την πολτοποίηση του καρπού, το πιεστήριο για την
αφαίρεση του χυμού της ελιάς και το μεταλλικό βαρέλι στο πλάι, τα
μεγάλα ξύλινα βαρέλια για τον καθαρισμό του λαδιού, όπου παρέμενε το
μείγμα για 24 ώρες πριν χωριστεί το λάδι από τα υπόλοιπα υγρά, και
τέλος οι υπόγειες δεξαμενές αποχέτευσης υγρών, με διέξοδο στη θάλασσα.
Ακούω προσεκτικά τις λεπτομερείς αφηγήσεις του ιδιοκτήτη και
εκπλήσσομαι με τη μηχανική επεξεργασία του ελαιοκάρπου, όπου πρέσες
και μηχανήματα είχαν πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαδικασία παραγωγής του
ελαιοχυμού, με σκοπό να παραχθεί ένα γευστικό, παρθένο ελαιόλαδο.
Συγκλονιστική η διαδικασία εξαγωγής του ελαιόλαδου, όπως και το
λιομάζωμα [βίντεο], μια ιεροτελεστία που προσθέτει τεράστια αξία στην
πολιτιστική κληρονομιά της περιοχής.

Το θέαμα ολόγυρα μου φέρνει στον νου θύμησες του χθες: την καμινάδα να
καπνίζει, τον απέραντο ελαιώνα πίσω από το λιοτρίβι, τα δέντρα με την
ασημοπράσινη ομορφιά, τους ρόδινους καρπούς πάνω στο χώμα, τους γονείς
και τους παππούδες στα ελαιοπερίβολα, τα εργαλεία για τη συγκομιδή της
ελιάς, τη σκληρή δουλειά στους ελαιώνες… Αναφορές κάνουν λόγο για
ολόκληρες οικογένειες που «μετανάστευαν» στα κτήματά τους, με τα μικρά
παιδιά, τυλιγμένα με κουβέρτες, ξαπλωμένα κάτω από τα δέντρα, να
περιμένουν τους γονείς τους να τελειώσουν το μάζεμα της ελιάς.
Ένας απίστευτος μόχθος για λίγες νταμιτζάνες λάδι…

Το θεϊκό, χρυσοπράσινο και τόσο πολύτιμο υγρό, το λάδι, γνωστό στον
ελληνικό χώρο από την 4η χιλιετηρίδα π.Χ., αναδεικνύεται στο πιο
απαραίτητο στοιχείο στην καθημερινότητα κάθε οικογένειας. Συγκινημένη,
αφήνομαι να χαθώ στη μυσταγωγία του χώρου κοιτάζοντας μερικά
υφασμάτινα τσουβάλια σε μια άκρη της έκθεσης, που τα χρησιμοποιούσαν
για να μεταφέρουν στο ελαιοτριβείο τις λαμπερές, αχυροκίτρινες ελιές
από τους ελαιώνες, τις μεταλλικές κουτάλες που χρησίμευαν για τη
συλλογή του ελαιόλαδου, και σε μια γωνιά τα κιούπια για τις ελιές και
τα πήλινα πιθάρια για το λάδι που γέμιζαν με πολύ κόπο. Ένας τόπος
ιστορικός, που ανακαλεί νοσταλγικά στη μνήμη τις ώρες ανάπαυλας και
ξεγνοιασιάς, με τους φίλους στο λιοτρίβι να περιμένουν όλοι μαζί το
λάδι, όπως επίσης και τις αξέχαστες βραδιές γευσιγνωσίας με τη δοκιμή
του φρέσκου μυρωδάτου λαδιού πάνω σε ψωμί με αλάτι και ρίγανη, ως
επιστέγασμα του κόπου τους, της δουλειάς τους.

Τα χείλη μου σιωπούν, η μαγεία του εκθεσιακού χώρου με μαγνητίζει, η
ατμοσφαιρικότητα που διαχέεται παντού με ελκύει˙ ένας φιλόξενος τόπος
που δημιουργεί φίλους. Η όμορφη ξύλινη σκάλα με οδηγεί στον όροφο, στο
πολυτελές πατάρι, προσκεκλημένη σε έναν μπουφέ γευσιγνωσίας με εκλεκτά
τοπικά προϊόντα από τους ελαιώνες της οικογένειας των ιδιοκτητών
της «Paragaea» και γευστικές δημιουργίες με βάση το ελαιόλαδο. Κοιτάζω
τις χειροποίητες πολυτελείς συσκευασίες με τα παρθένα ελαιόλαδα και τα
ελαιόλαδα με γεύση φρούτων –μια οικογενειακή σειρά με πολλές γεύσεις–,
το ντρέσινγκ με ελαιόλαδο, τη σπιτική μαρμελάδα ελιάς, το γλυκό του
κουταλιού με ελιά να ξεχειλίζει σε μεγάλα ποτήρια σαμπάνιας, το
εντυπωσιακό κεραμικό σκεύος με τον φρέσκο μουσακά στο κέντρο του
τραπεζιού δίπλα σε πήλινα πιάτα διακοσμημένα με φύλλα και καρπούς
ελιάς, και θαυμάζω τη μεγάλη κρυστάλλινη πιατέλα με τους εξαιρετικούς
κουραμπιέδες που αναδύουν το άρωμα του φρέσκου λαδιού.

Ένα μοναδικό event γευσιγνωσίας, μια γιορτή για το λάδι μας και τις
ελιές μας, σε μια υπέροχη γωνιά του μουσείου! Εκει, σε αυτόν τον
φιλόξενο χώρο δοκίμασα, μεταξύ άλλων, ζεστό, ζυμωτό ψωμί με ελαιόλαδο,
αλάτι και ρίγανη, πατέ ελιάς και γευστικούς κουραμπιέδες και βίωσα,
επίσης, την αγάπη του οικοδεσπότη που είχε στόχο να προβάλλει τον
πολιτισμό της ελιάς, τις μεγάλες διατροφικές δυνατότητες του
ελαιόλαδου και την κεφαλαιώδη παρουσία του στην καθημερινή μας ζωή…
Και όπως γράφει ο Ελύτης: «Κι αν ακόμα δεν υπήρχαν οι ελαιώνες… θα
τους είχα επινοήσει».

Leave a comment

search previous next tag category expand menu location phone mail time cart zoom edit close